βαναυσουργία

βᾰναυσουργ-ία, ,
A handicraft, Plu.Marc.14.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαναυσουργία — βαναυσουργίᾱ , βαναυσουργία handicraft fem nom/voc/acc dual βαναυσουργίᾱ , βαναυσουργία handicraft fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαναυσουργία — βαναυσουργία, η (Α) [βαναυσουργός] η χειρωνακτική εργασία …   Dictionary of Greek

  • βαναυσουργίας — βαναυσουργίᾱς , βαναυσουργία handicraft fem acc pl βαναυσουργίᾱς , βαναυσουργία handicraft fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.